απεργία
[aperˈɣia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
забастовка, стачка
strike, work stoppage · οι εργάτες κάνουν απεργία — рабочие устраивают забастовку
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απεργία
вин.
την απεργία
род.
της απεργίας
зват.
απεργία
Мн. ч.
им.
οι απεργίες
вин.
τις απεργίες
род.
των απεργιών
зват.
απεργίες
Примеры
Η απεργία διήρκεσε τρεις ημέρες.
Забастовка длилась три дня. · The strike lasted three days.
Κάλεσαν απεργία οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Государственные служащие объявили забастовку. · The civil servants called a strike.
Πολλές απεργίες συμβαίνουν κάθε χρόνο.
Много забастовок происходит каждый год. · Many strikes occur every year.
Συμμετείχε στις απεργίες του τομέα.
Он участвовал в забастовках в этом секторе. · He participated in the sector's strikes.