Греческий словарь
с грамматикой

απενεργοποιώ

[apenergopɔˈi]глаголB2

Значения

1
отключать, деактивировать
to deactivate, to turn off, to disable · απενεργοποιώ τη συσκευή — отключаю устройство
2
обезвреживать, лишать силы
to neutralize, to render harmless · απενεργοποιώ την απειλή — нейтрализую угрозу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απενεργοποιώ
εσύ
απενεργοποιείς
αυτός
απενεργοποιεί
εμείς
απενεργοποιούμε
εσείς
απενεργοποιείτε
αυτοί
απενεργοποιούν
Аорист
εγώ
απενεργοποίησα
εσύ
απενεργοποίησες
αυτός
απενεργοποίησε
εμείς
απενεργοποιήσαμε
εσείς
απενεργοποιήσατε
αυτοί
απενεργοποίησαν
Будущее
εγώ
θα απενεργοποιήσω
εσύ
θα απενεργοποιήσεις
αυτός
θα απενεργοποιήσει
εμείς
θα απενεργοποιήσουμε
εσείς
θα απενεργοποιήσετε
αυτοί
θα απενεργοποιήσουν

Примеры

Απενεργοποίησε την κάμερα πριν φύγει.
Он отключил камеру перед уходом. · He disabled the camera before leaving.
Θα απενεργοποιήσουμε τη συναγερμό αργότερα.
Мы отключим сигнализацию позже. · We will deactivate the alarm later.
Οι δυνάμεις απενεργοποιούσαν τις βόμβες καθημερινά.
Войска ежедневно обезвреживали бомбы. · The forces were neutralizing bombs daily.
Η συσκευή απενεργοποιείται αυτόματα.
Устройство отключается автоматически. · The device deactivates automatically.