απελπισία
[apelpiˈsia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
отчаяние, безнадёжность
despair, hopelessness · αίσθημα απελπισίας — чувство отчаяния
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απελπισία
вин.
την απελπισία
род.
της απελπισίας
зват.
απελπισία
Мн. ч.
им.
οι απελπισίες
вин.
τις απελπισίες
род.
των απελπισιών
зват.
απελπισίες
Примеры
Η απελπισία τον κατάκλυσε όταν έμαθε το γεγονός.
Отчаяние охватило его, когда он узнал о событии. · Despair overwhelmed him when he learned about the incident.
Μιλούσε με απελπισία για το μέλλον.
Он говорил с отчаянием о будущем. · He spoke with despair about the future.
Χωρίς απελπισία, άρχισαν ξανά τις προσπάθειες.
Без отчаяния они начали попытки снова. · Without despair, they renewed their efforts.