απελπίζω
[apeˈlpizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
приводить в отчаяние, лишать надежды
to drive to despair, to make hopeless · το απελπίζει η κατάσταση — ситуация приводит его в отчаяние
Грамматика
Настоящее время
εγώ
απελπίζω
εσύ
απελπίζεις
αυτός
απελπίζει
εμείς
απελπίζουμε
εσείς
απελπίζετε
αυτοί
απελπίζουν
Аорист
εγώ
απελπίσα
εσύ
απελπίσες
αυτός
απελπίσε
εμείς
απελπίσαμε
εσείς
απελπίσατε
αυτοί
απελπίσαν
Будущее
εγώ
θα απελπίσω
εσύ
θα απελπίσεις
αυτός
θα απελπίσει
εμείς
θα απελπίσουμε
εσείς
θα απελπίσετε
αυτοί
θα απελπίσουν
Примеры
Τα συνεχή προβλήματα την απελπίζουν.
Постоянные проблемы приводят её в отчаяние. · Constant problems drive her to despair.
Δεν πρέπει να σας απελπίζει η αποτυχία.
Неудача не должна вас отчаивать. · Failure should not discourage you.
Το γεγονός ότι δεν έχει απελπίσει τους άλλους εντυπωσιάζει.
Поражает, что он не лишил их надежды. · It is striking that he has not driven the others to despair.
Θα απελπίσουν όλους αν συνεχίσουν έτσι.
Они приведут всех в отчаяние, если будут продолжать так. · They will drive everyone to despair if they continue like this.