Греческий словарь
с грамматикой

απελευθερώνω

[apelevθeˈrono]глаголB2

Значения

1
освобождать, освобождать от чего-либо
to free, to liberate, to set free from something · απελευθερώνω έναν κρατούμενο — освобождать заключённого
2
избавлять, избавлять от обременения
to relieve, to rid of a burden or constraint · απελευθερώνω κάποιον από ένα βάρος — избавлять кого-то от бремени

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απελευθερώνω
εσύ
απελευθερώνεις
αυτός
απελευθερώνει
εμείς
απελευθερώνουμε
εσείς
απελευθερώνετε
αυτοί
απελευθερώνουν
Аорист
εγώ
απελευθέρωσα
εσύ
απελευθέρωσες
αυτός
απελευθέρωσε
εμείς
απελευθερώσαμε
εσείς
απελευθερώσατε
αυτοί
απελευθέρωσαν
Будущее
εγώ
θα απελευθερώσω
εσύ
θα απελευθερώσεις
αυτός
θα απελευθερώσει
εμείς
θα απελευθερώσουμε
εσείς
θα απελευθερώσετε
αυτοί
θα απελευθερώσουν

Примеры

Ο στρατός απελευθέρωσε την πόλη από τους εχθρούς.
Армия освободила город от врагов. · The army liberated the city from the enemy.
Θέλουμε να απελευθερώσουμε τους ανθρώπους από την φτώχεια.
Мы хотим избавить людей от бедности. · We want to free people from poverty.
Αυτή η τεχνολογία απελευθερώνει τους εργάτες από επαναλαμβανόμενα καθήκοντα.
Эта технология избавляет рабочих от монотонной работы. · This technology relieves workers from repetitive tasks.
Έχουν απελευθερώσει πολλούς κρατούμενους το τελευταίο έτος.
В прошлом году они освободили множество заключённых. · They have released many prisoners over the past year.