Греческий словарь
с грамматикой

απελαύνω

[apeˈlavno]глаголB2

Значения

1
изгонять, прогонять (насильственно удалять)
drive out, expel, force to leave · απελάθηκε από το χωριό — его выгнали из деревни
2
отражать (противника в бою)
repel, drive back (an enemy) · απελάθησαν οι εχθροί — враги были отбиты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απελαύνω
εσύ
απελαύνεις
αυτός
απελαύνει
εμείς
απελαύνουμε
εσείς
απελαύνετε
αυτοί
απελαύνουν
Аорист
εγώ
απέλασα
εσύ
απέλασες
αυτός
απέλασε
εμείς
απελάσαμε
εσείς
απελάσατε
αυτοί
απέλασαν
Будущее
εγώ
θα απελάσω
εσύ
θα απελάσεις
αυτός
θα απελάσει
εμείς
θα απελάσουμε
εσείς
θα απελάσετε
αυτοί
θα απελάσουν

Примеры

Οι κάτοικοι απέλασαν τον εισβολέα από την πόλη.
Жители выгнали захватчика из города. · The residents drove the invader out of the city.
Η αστυνομία απελάθησαν τον ταραξίας από το πλατεία.
Полиция выгнала нарушителя спокойствия из сквера. · The police expelled the troublemaker from the square.
Θα απελάσουν τους εχθρούς πίσω στα σύνορα.
Они отобьют врагов обратно к границе. · They will drive the enemies back to the border.