Греческий словарь
с грамматикой

απειλώ

[apeˈilo]глаголB1

Значения

1
угрожать, грозить
to threaten · απειλώ κάποιον με κάτι — грозить кому-то чем-то
2
грозить (об опасности, беде)
to be imminent, to loom (of danger, disaster) · μια καταιγίδα απειλεί — надвигается буря

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απειλώ
εσύ
απειλείς
αυτός
απειλεί
εμείς
απειλούμε
εσείς
απειλείτε
αυτοί
απειλούν
Аорист
εγώ
απείλησα
εσύ
απείλησες
αυτός
απείλησε
εμείς
απειλήσαμε
εσείς
απειλήσατε
αυτοί
απείλησαν
Будущее
εγώ
θα απειλήσω
εσύ
θα απειλήσεις
αυτός
θα απειλήσει
εμείς
θα απειλήσουμε
εσείς
θα απειλήσετε
αυτοί
θα απειλήσουν

Примеры

Δεν πρέπει να με απειλείς έτσι.
Не следует мне так грозить. · You shouldn't threaten me like that.
Απείλησε τον συνάδελφό του με απόλυση.
Он пригрозил коллеге увольнением. · He threatened his colleague with dismissal.
Μια νέα κρίση απειλεί την οικονομία.
Новый кризис грозит экономике. · A new crisis looms over the economy.
Αν με απειλήσεις ξανά, θα καλέσω την αστυνομία.
Если ты мне снова будешь грозить, я позову полицию. · If you threaten me again, I'll call the police.