Греческий словарь
с грамматикой

απειλητικός

[apeliˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
угрожающий, грозный
threatening, menacing · απειλητικό ύφος — угрожающий тон
2
зловещий, пугающий
ominous, sinister · απειλητικά σύννεφα — зловещие облака

Грамматика

мужской род
им.
απειλητικός
вин.
απειλητικό
род.
απειλητικού
зват.
απειλητικέ
женский род
им.
απειλητική
вин.
απειλητική
род.
απειλητικής
зват.
απειλητική
средний род
им.
απειλητικό
вин.
απειλητικό
род.
απειλητικού
зват.
απειλητικό

Примеры

Ο άνδρας με κοίταξε με απειλητικό βλέμμα.
Мужчина посмотрел на меня грозно. · The man looked at me menacingly.
Η απειλητική στάση του δεν με φοβίζει.
Его угрожающая поза меня не пугает. · His threatening posture doesn't scare me.
Τα απειλητικά σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό.
Зловещие облака закрыли небо. · The ominous clouds covered the sky.
Μίλησε με απειλητικό τόνο για τις συνέπειες.
Он говорил угрожающим тоном о последствиях. · He spoke in a threatening tone about the consequences.