απεικόνιση
[apeˈikɔnisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
изображение, представление
depiction, representation · η απεικόνιση ενός προσώπου — изображение человека
2
отражение, воплощение
reflection, embodiment · η απεικόνιση της πραγματικότητας — отражение действительности
3
визуализация (в информатике)
visualization, rendering (in computing) · η απεικόνιση των δεδομένων — визуализация данных
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απεικόνιση
вин.
την απεικόνιση
род.
της απεικόνισης
зват.
απεικόνιση
Мн. ч.
им.
οι απεικονίσεις
вин.
τις απεικονίσεις
род.
των απεικονίσεων
зват.
απεικονίσεις
Примеры
Η απεικόνιση του καλλιτέχνη είναι πολύ ρεαλιστική.
Изображение художника очень реалистично. · The artist's depiction is very realistic.
Το βιβλίο περιέχει πολλές απεικονίσεις των αρχαίων μνημείων.
Книга содержит много изображений древних памятников. · The book contains many depictions of ancient monuments.
Αυτή η απεικόνιση δεν αντιπροσωπεύει καλά την πραγματικότητα.
Это изображение не очень хорошо отражает действительность. · This representation doesn't reflect reality very well.
Η απεικόνιση των στοιχείων στην οθόνη είναι σαφής.
Визуализация данных на экране четкая. · The visualization of the data on screen is clear.