Греческий словарь
с грамматикой

απεικονίζω

[apikoniˈzo]глаголB2

Значения

1
изображать, представлять (в искусстве, на картине)
to depict, to portray · ο ζωγράφος απεικονίζει το τοπίο — художник изображает пейзаж
2
отражать, репрезентировать (в смысле выражать или показывать)
to reflect, to represent · το διάγραμμα απεικονίζει τα δεδομένα — диаграмма отражает данные

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απεικονίζω
εσύ
απεικονίζεις
αυτός
απεικονίζει
εμείς
απεικονίζουμε
εσείς
απεικονίζετε
αυτοί
απεικονίζουν
Аорист
εγώ
απεικόνισα
εσύ
απεικόνισες
αυτός
απεικόνισε
εμείς
απεικονίσαμε
εσείς
απεικονίσατε
αυτοί
απεικόνισαν
Будущее
εγώ
θα απεικονίσω
εσύ
θα απεικονίσεις
αυτός
θα απεικονίσει
εμείς
θα απεικονίσουμε
εσείς
θα απεικονίσετε
αυτοί
θα απεικονίσουν

Примеры

Ο καλλιτέχνης απεικόνισε τη σκηνή με μεγάλη λεπτομέρεια.
Художник изобразил сцену с большой детальностью. · The artist depicted the scene with great detail.
Αυτή η φωτογραφία απεικονίζει τη ζωή στο χωριό.
Эта фотография отражает жизнь в деревне. · This photograph represents life in the village.
Το έργο απεικονίζει τη δύναμη της φύσης.
Произведение отражает мощь природы. · The work portrays the power of nature.
Θα απεικονίσουν τα γεγονότα στην έκθεση με ακρίβεια.
Они отразят события на выставке с точностью. · They will represent the events in the exhibition accurately.