Греческий словарь
с грамматикой

απατώ

[apaˈto]глаголB1

Значения

1
обманывать, вводить в заблуждение
to deceive, to trick, to cheat · απατώ κάποιον με ψέματα — обманываю кого-то ложью
2
предавать (супруга, партнёра)
to cheat on, to be unfaithful to · απατώ τη γυναίκα μου — изменяю своей жене

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απατώ
εσύ
απατάς
αυτός
απατά
εμείς
απατούμε
εσείς
απατάτε
αυτοί
απατούν
Аорист
εγώ
απάτησα
εσύ
απάτησες
αυτός
απάτησε
εμείς
απατήσαμε
εσείς
απατήσατε
αυτοί
απάτησαν
Будущее
εγώ
θα απατήσω
εσύ
θα απατήσεις
αυτός
θα απατήσει
εμείς
θα απατήσουμε
εσείς
θα απατήσετε
αυτοί
θα απατήσουν

Примеры

Δεν θα σας απατήσω ποτέ, σας το υπόσχομαι.
Я никогда вас не обману, обещаю вам. · I will never deceive you, I promise.
Ο άντρας της τη απάτησε με άλλη γυναίκα.
Её муж изменил ей с другой женщиной. · Her husband cheated on her with another woman.
Απατούν τους πελάτες τους με ψευδή διαφημίσεις.
Они обманывают своих клиентов ложной рекламой. · They are deceiving their customers with false advertising.
Δεν με απατάς, ξέρω τι κάνεις.
Ты меня не обманешь, я знаю, что ты делаешь. · You won't fool me, I know what you're doing.