απατεώνας
[apaˈteonas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
обманщик, мошенник
deceiver, cheat, fraud · άνθρωπος που απατά — человек, который обманывает
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο απατεώνας
вин.
τον απατεώνα
род.
του απατεώνα
зват.
απατεώνα
Мн. ч.
им.
οι απατεώνες
вин.
τους απατεώνες
род.
των απατεώνων
зват.
απατεώνες
Примеры
Ο απατεώνας εξαπάτησε πολλούς ανθρώπους.
Мошенник обманул много людей. · The cheat defrauded many people.
Δεν πρέπει να εμπιστευθούμε τους απατεώνες.
Нам не следует доверять обманщикам. · We shouldn't trust deceivers.
Ο απατεώνα συνέλαβε η αστυνομία.
Полиция арестовала мошенника. · The police arrested the fraud.