απασχόληση
[apaʃˈxoli]существительноеη · женский родB1
Значения
1
занятость, работа, профессия
occupation, job, employment · η απασχόληση του είναι δάσκαλος — его работа — учитель
2
занятие, деятельность, преoccupation
activity, preoccupation, engagement · η απασχόληση με τα βιβλία — увлечение книгами
3
трудоустройство, наличие работы
employment (state of being employed) · η απασχόληση των νέων — трудоустройство молодежи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απασχόληση
вин.
την απασχόληση
род.
της απασχόλησης
зват.
απασχόληση
Мн. ч.
им.
οι απασχολήσεις
вин.
τις απασχολήσεις
род.
των απασχολήσεων
зват.
απασχολήσεις
Примеры
Η απασχόληση του είναι πολύ απαιτητική.
Его работа очень требовательна. · His job is very demanding.
Βρήκε απασχόληση σε ένα νέο γραφείο.
Она нашла работу в новом офисе. · She found employment at a new office.
Η απασχόλησή του με τη μουσική είναι γνωστή.
Его увлечение музыкой всем известно. · His passion for music is well known.
Το κράτος προσπαθεί να βελτιώσει τις απασχολήσεις.
Государство пытается улучшить ситуацию с трудоустройством. · The state is trying to improve employment conditions.