Греческий словарь
с грамматикой

απασχολώ

[apaˈsxolo]глаголB1

Значения

1
занимать (время, внимание)
to occupy, to take up (time, attention) · απασχολώ τον χρόνο μου — занимаю своё время
2
занимать (работой), нанимать
to employ, to provide employment · απασχολώ εργάτες — нанимаю рабочих
3
интересовать, волновать, беспокоить
to concern, to preoccupy, to worry · απασχολώ κάποιον με ένα πρόβλημα — беспокою кого-либо проблемой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απασχολώ
εσύ
απασχολείς
αυτός
απασχολεί
εμείς
απασχολούμε
εσείς
απασχολείτε
αυτοί
απασχολούν
Аорист
εγώ
απασχόλησα
εσύ
απασχόλησες
αυτός
απασχόλησε
εμείς
απασχολήσαμε
εσείς
απασχολήσατε
αυτοί
απασχόλησαν
Будущее
εγώ
θα απασχολήσω
εσύ
θα απασχολήσεις
αυτός
θα απασχολήσει
εμείς
θα απασχολήσουμε
εσείς
θα απασχολήσετε
αυτοί
θα απασχολήσουν

Примеры

Η δουλειά με απασχολεί όλη την ημέρα.
Работа занимает меня весь день. · Work occupies me all day.
Το εργοστάσιο απασχολεί διακόσιους εργάτες.
Завод нанимает двухсот рабочих. · The factory employs two hundred workers.
Το πρόβλημα τον απασχολούσε πολύ τότε.
Проблема его тогда сильно беспокоила. · The problem was really concerning him back then.
Απασχολήσαμε νέους υπαλλήλους την περασμένη εβδομάδα.
Мы наняли новых сотрудников на прошлой неделе. · We hired new staff last week.