Греческий словарь
с грамматикой

απαρτίζω

[apariˈizo]глаголB2

Значения

1
составлять, образовывать (целое из частей)
to make up, to constitute, to compose · τα μέρη απαρτίζουν το όλο — части составляют целое
2
формировать, создавать (например, комиссию, группу)
to form, to set up, to establish (a committee, group, etc.) · απαρτίζουν επιτροπή — они образуют комиссию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απαρτίζω
εσύ
απαρτίζεις
αυτός
απαρτίζει
εμείς
απαρτίζουμε
εσείς
απαρτίζετε
αυτοί
απαρτίζουν
Аорист
εγώ
απάρτισα
εσύ
απάρτισες
αυτός
απάρτισε
εμείς
απαρτίσαμε
εσείς
απαρτίσατε
αυτοί
απάρτισαν
Будущее
εγώ
θα απαρτίσω
εσύ
θα απαρτίσεις
αυτός
θα απαρτίσει
εμείς
θα απαρτίσουμε
εσείς
θα απαρτίσετε
αυτοί
θα απαρτίσουν

Примеры

Πέντε μέλη απαρτίζουν τη δικαστική επιτροπή.
Пять членов составляют судебную комиссию. · Five members make up the judicial committee.
Οι διάφορες πολιτικές απάρτισαν την κυβερνητική στρατηγική.
Различные политики составили государственную стратегию. · Various policies constituted the government's strategy.
Τρία μέρη απαρτίζουν αυτό το σύνολο.
Три части образуют это целое. · Three parts make up this whole.