Греческий словарь
с грамматикой

απαρατήρητος

[apaɾaˈtiɾitos]прилагательноеB2

Значения

1
незамеченный, незаметный
unnoticed, unobserved · περνάει απαρατήρητος — проходит незамеченным
2
скрытый, незаметный для взгляда
hidden from view, inconspicuous · σε απαρατήρητη γωνία — в незаметном уголке

Грамматика

мужской род
им.
απαρατήρητος
вин.
απαρατήρητο
род.
απαρατήρητου
зват.
απαρατήρητε
женский род
им.
απαρατήρητη
вин.
απαρατήρητη
род.
απαρατήρητης
зват.
απαρατήρητη
средний род
им.
απαρατήρητο
вин.
απαρατήρητο
род.
απαρατήρητου
зват.
απαρατήρητο

Примеры

Η αλλαγή περάσει απαρατήρητη από τους περισσότερους.
Это изменение прошло незамеченным для большинства. · The change went unnoticed by most people.
Κάθισε σε μια απαρατήρητη γωνία του καφέ.
Он сел в незаметном углу кафе. · He sat in an inconspicuous corner of the café.
Ο απαρατήρητος επισκέπτης παρέμεινε όλη την ώρα.
Незамеченный гость оставался всё время. · The unobserved visitor remained the whole time.
Αυτό έγινε απαρατήρητα από όλους.
Это произошло незаметно для всех. · This happened without anyone noticing.