απαραίτητος
[aparaˈititos]прилагательноеA2
Значения
1
необходимый, нужный, обязательный
necessary, essential, required · απαραίτητη προϋπόθεση — необходимое условие
2
неизбежный, неминуемый
inevitable, unavoidable · απαραίτητη συνέπεια — неизбежное следствие
Грамматика
мужской род
им.
απαραίτητος
вин.
απαραίτητο
род.
απαραίτητου
зват.
απαραίτητε
женский род
им.
απαραίτητη
вин.
απαραίτητη
род.
απαραίτητης
зват.
απαραίτητη
средний род
им.
απαραίτητο
вин.
απαραίτητο
род.
απαραίτητου
зват.
απαραίτητο
Примеры
Η εκπαίδευση είναι απαραίτητη για την ζωή.
Образование необходимо для жизни. · Education is essential for life.
Χρειαζόμαστε απαραίτητα ένα νέο σχέδιο.
Нам необходимо новое решение. · We need a new solution.
Οι απαραίτητες διαδικασίες είναι πολύ χρονοβόρες.
Необходимые процедуры очень отнимают время. · The necessary procedures are very time-consuming.