απαράδεκτος
[apaˈraðektos]прилагательноеB2
Значения
1
неприемлемый, недопустимый
unacceptable, inadmissible · απαράδεκτη συμπεριφορά — недопустимое поведение
2
невыносимый, нетерпимый
intolerable, unbearable · απαράδεκτες συνθήκες — невыносимые условия
Грамматика
мужской род
им.
απαράδεκτος
вин.
απαράδεκτο
род.
απαράδεκτου
зват.
απαράδεκτε
женский род
им.
απαράδεκτη
вин.
απαράδεκτη
род.
απαράδεκτης
зват.
απαράδεκτη
средний род
им.
απαράδεκτο
вин.
απαράδεκτο
род.
απαράδεκτου
зват.
απαράδεκτο
Примеры
Αυτή η απαράδεκτη πρόταση δεν πρέπει να εξεταστεί.
Это неприемлемое предложение не следует рассматривать. · This unacceptable proposal should not be considered.
Η απαράδεκτη κατάσταση της δομής απαιτεί άμεσα επισκευή.
Недопустимое состояние строения требует немедленного ремонта. · The unacceptable condition of the building requires immediate repair.
Βρίσκω απαράδεκτες τις καθυστερήσεις στη δημόσια υπηρεσία.
Я считаю невыносимыми задержки в государственном учреждении. · I find the delays in the public service intolerable.
Τα απαράδεκτα σφάλματα καθυστέρησαν ολόκληρο το έργο.
Недопустимые ошибки задержали весь проект. · The unacceptable errors delayed the entire project.