Греческий словарь
с грамматикой

απαλλάσσω

[apaˈlaso]глаголB2

Значения

1
освобождать, избавлять (от чего-либо)
to free, to rid, to relieve (of something) · απαλλάσσω κάποιον από το άγχος — избавить кого-то от беспокойства
2
разрешать, справляться (с делом)
to settle, to deal with (a matter) · απαλλάσσω ένα θέμα — разобраться с вопросом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απαλλάσσω
εσύ
απαλλάσσεις
αυτός
απαλλάσσει
εμείς
απαλλάσσουμε
εσείς
απαλλάσσετε
αυτοί
απαλλάσσουν
Аорист
εγώ
απάλλαξα
εσύ
απάλλαξες
αυτός
απάλλαξε
εμείς
απαλλάξαμε
εσείς
απαλλάξατε
αυτοί
απάλλαξαν
Будущее
εγώ
θα απαλλάξω
εσύ
θα απαλλάξεις
αυτός
θα απαλλάξει
εμείς
θα απαλλάξουμε
εσείς
θα απαλλάξετε
αυτοί
θα απαλλάξουν

Примеры

Ο γιατρός με απάλλαξε από τον πόνο.
Врач избавил меня от боли. · The doctor relieved me of the pain.
Θέλω να απαλλαγώ από αυτή την ευθύνη.
Я хочу освободиться от этой ответственности. · I want to free myself from this responsibility.
Απάλλαξε τη δικογραφία και έφυγε.
Он разобрался с делом и ушёл. · He settled the case and left.
Απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις τους.
Они освобождаются от своих обязательств. · They are freed from their obligations.