Греческий словарь
с грамматикой

απαιτώ

[apaˈito]глаголB1

Значения

1
требовать, настаивать на чём-либо
to demand, to require · απαιτώ περισσότερα — требую больше
2
нуждаться в чём-либо, требовать (о задаче, ситуации)
to call for, to need · αυτό απαιτεί προσοχή — это требует внимания

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απαιτώ
εσύ
απαιτείς
αυτός
απαιτεί
εμείς
απαιτούμε
εσείς
απαιτείτε
αυτοί
απαιτούν
Аорист
εγώ
απαίτησα
εσύ
απαίτησες
αυτός
απαίτησε
εμείς
απαιτήσαμε
εσείς
απαιτήσατε
αυτοί
απαίτησαν
Будущее
εγώ
θα απαιτήσω
εσύ
θα απαιτήσεις
αυτός
θα απαιτήσει
εμείς
θα απαιτήσουμε
εσείς
θα απαιτήσετε
αυτοί
θα απαιτήσουν

Примеры

Ο αρχηγός απαιτεί πειθαρχία από όλους.
Начальник требует дисциплины от всех. · The boss demands discipline from everyone.
Αυτή η δουλειά απαιτεί πολλή υπομονή.
Эта работа требует большого терпения. · This job requires a lot of patience.
Απαίτησα τα χρήματά μου πίσω αμέσως.
Я потребовал свои деньги назад сразу же. · I demanded my money back immediately.
Θα απαιτήσουν περισσότερες εξηγήσεις για το συμβάν.
Они потребуют больше объяснений по поводу происшествия. · They will demand further explanations about the incident.