Греческий словарь
с грамматикой

απαιτητικός

[apaiˈtitikos]прилагательноеB1

Значения

1
требовательный, взыскательный
demanding, exacting · ένας απαιτητικός δάσκαλος — строгий учитель
2
требующий больших усилий, трудный
demanding, taxing (of a task or situation) · απαιτητική δουλειά — сложная работа

Грамматика

мужской род
им.
απαιτητικός
вин.
απαιτητικό
род.
απαιτητικού
зват.
απαιτητικέ
женский род
им.
απαιτητική
вин.
απαιτητική
род.
απαιτητικής
зват.
απαιτητική
средний род
им.
απαιτητικό
вин.
απαιτητικό
род.
απαιτητικού
зват.
απαιτητικό

Примеры

Ο καθηγητής του είναι πολύ απαιτητικός.
Его преподаватель очень требователен. · His professor is very demanding.
Αυτό το έργο είναι απαιτητικό και χρονοβόρο.
Эта работа требует много усилий и времени. · This project is demanding and time-consuming.
Οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας τον κούρασαν.
Сложные условия работы его утомили. · The taxing working conditions exhausted him.