Греческий словарь
с грамматикой

απαγγέλλω

[apaˈŋɡelo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2

Значения

1
декламировать, читать нараспев (стихи, текст)
to recite, to declaim (poetry, a text) · απαγγέλλει ποίηση — декламирует стихотворение
2
объявлять, сообщать, доносить
to announce, to report, to inform · απαγγέλλει τα νέα — объявляет новости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απαγγέλλω
εσύ
απαγγέλλεις
αυτός
απαγγέλλει
εμείς
απαγγέλλουμε
εσείς
απαγγέλλετε
αυτοί
απαγγέλλουν
Аорист
εγώ
απήγγειλα
εσύ
απήγγειλες
αυτός
απήγγειλε
εμείς
απηγγείλαμε
εσείς
απηγγείλατε
αυτοί
απήγγειλαν
Будущее
εγώ
θα απαγγείλω
εσύ
θα απαγγείλεις
αυτός
θα απαγγείλει
εμείς
θα απαγγείλουμε
εσείς
θα απαγγείλετε
αυτοί
θα απαγγείλουν

Примеры

Ο ηθοποιός απαγγέλλει τα στίχη με συναίσθημα.
Актёр декламирует стихи с чувством. · The actor recites the lines with emotion.
Απήγγειλαν την απόφαση στο πλήθος.
Они объявили решение толпе. · They announced the decision to the crowd.
Η εταιρεία θα απαγγείλει τα αποτελέσματα αύριο.
Компания завтра объявит результаты. · The company will announce the results tomorrow.