Греческий словарь
с грамматикой

απέχω

[aˈpɛço]глаголB1

Значения

1
быть на расстоянии (от чего-либо), находиться далеко
to be distant, to be far away (from something) · το σχολείο απέχει 5 χιλιόμετρα — школа находится в 5 километрах
2
воздерживаться (от чего-либо), удерживаться
to refrain, to abstain, to keep away (from something) · απέχει από το αλκοόλ — он воздерживается от алкоголя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απέχω
εσύ
απέχεις
αυτός
απέχει
εμείς
απέχουμε
εσείς
απέχετε
αυτοί
απέχουν
Аорист
εγώ
απέσχα
εσύ
απέσχες
αυτός
απέσχε
εμείς
απέσχαμε
εσείς
απέσχατε
αυτοί
απέσχαν
Будущее
εγώ
θα απέχω
εσύ
θα απέχεις
αυτός
θα απέχει
εμείς
θα απέχουμε
εσείς
θα απέχετε
αυτοί
θα απέχουν

Примеры

Το νοσοκομείο απέχει δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο.
Больница находится в десяти минутах на машине. · The hospital is ten minutes away by car.
Πρέπει να απέχεις από την ζάχαρη γιατί είσαι διαβητικός.
Ты должен воздерживаться от сахара, потому что у тебя диабет. · You need to abstain from sugar because you're diabetic.
Απέσχαν από τις συζητήσεις που δημιουργούσαν σύγκρουση.
Они воздержались от дискуссий, которые создавали конфликт. · They refrained from discussions that created conflict.
Το χωριό απέχει πολύ από την πόλη.
Деревня находится далеко от города. · The village is far from the city.