Греческий словарь
с грамматикой

απέχθομαι

[apˈextome]глаголB2

Значения

1
быть ненавистным, вызывать отвращение
to be hateful, to be loathsome, to arouse hatred or disgust · Με απέχθεται το ψέμα. — Мне ненавистна ложь.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απέχθομαι
εσύ
απέχθεσαι
αυτός
απέχθεται
εμείς
απεχθόμαστε
εσείς
απέχθεστε
αυτοί
απέχθονται
Аорист
εγώ
απέχθηκα
εσύ
απέχθηκες
αυτός
απέχθηκε
εμείς
απεχθήκαμε
εσείς
απεχθήκατε
αυτοί
απέχθηκαν
Будущее
εγώ
θα απεχθώ
εσύ
θα απεχθείς
αυτός
θα απεχθεί
εμείς
θα απεχθούμε
εσείς
θα απεχθείτε
αυτοί
θα απεχθούν

Примеры

Αυτή η συμπεριφορά απέχθεται σε όλους.
Такое поведение всем ненавистно. · Such behaviour is hateful to everyone.
Του απέχθηκε η αδικία και η υποκρισία.
Он возненавидел несправедливость и лицемерие. · He came to despise injustice and hypocrisy.
Θα απεχθούν πάντα οι ψεύτες και οι απατεώνες.
Лгуны и мошенники всегда будут ненавистны. · Liars and cheaters will always be despised.