απάντηση
[aˈpandi.si]существительноеη · женский родA1
Значения
1
ответ, отвeт на вопрос
answer, reply to a question · απάντηση στην ερώτηση — ответ на вопрос
2
ответное действие, отклик
response, reaction · απάντηση στην πρόκληση — ответ на вызов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απάντηση
вин.
την απάντηση
род.
της απάντησης
зват.
απάντηση
Мн. ч.
им.
οι απαντήσεις
вин.
τις απαντήσεις
род.
των απαντήσεων
зват.
απαντήσεις
Примеры
Ποια είναι η απάντησή σου;
Какой твой ответ? · What is your answer?
Έγραψε την απάντηση στο τετράδιό του.
Он написал ответ в своей тетради. · He wrote the answer in his notebook.
Οι απαντήσεις των μαθητών ήταν σωστές.
Ответы учеников были правильными. · The students' answers were correct.
Περιμένω την απάντησή του με ανυπομονησία.
Я с нетерпением жду его ответа. · I'm waiting for his response impatiently.