Греческий словарь
с грамматикой

απάγω

[aˈpaɣo]глаголB1

Значения

1
уводить, отводить, увозить
to lead away, to take away, to abduct · απάγω το παιδί από εδώ — уводить ребёнка отсюда
2
похищать, похищать силой
to abduct, to kidnap · απάγω κάποιον με τη βία — похищать кого-то силой
3
отвлекать (внимание, мысль)
to distract, to divert (attention, thoughts) · απάγω το μυαλό από τα προβλήματα — отвлекать ум от проблем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απάγω
εσύ
απάγεις
αυτός
απάγει
εμείς
απάγουμε
εσείς
απάγετε
αυτοί
απάγουν
Аорист
εγώ
απήγαγα
εσύ
απήγαγες
αυτός
απήγαγε
εμείς
απήγαγαμε
εσείς
απήγαγατε
αυτοί
απήγαγαν
Будущее
εγώ
θα απάγω
εσύ
θα απάγεις
αυτός
θα απάγει
εμείς
θα απάγουμε
εσείς
θα απάγετε
αυτοί
θα απάγουν

Примеры

Η αστυνομία απήγαγε τον ύποπτο χθες.
Полиция задержала подозреваемого вчера. · The police took the suspect away yesterday.
Μην απάγετε τα παιδιά μακριά από το σχολείο.
Не уводите детей далеко от школы. · Don't lead the children far away from school.
Το ενδιαφέρον μας απάγεται από τα σημαντικά πράγματα.
Наше внимание отвлекается от важных вещей. · Our attention is diverted from important things.
Απάγω το σκύλο για βόλτα κάθε πρωί.
Я выгуливаю собаку каждое утро. · I take the dog for a walk every morning.