αξιώνω
[aˈksjono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
требовать, настаивать (на чём-либо как на праве или должном)
demand, insist on (something as a right or due) · αξιώνω δικαιοσύνη — требую справедливости
2
считать достойным, полагать подходящим
deem worthy, consider appropriate · αξιώνει σεβασμό — считает достойным уважения
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αξιώνω
εσύ
αξιώνεις
αυτός
αξιώνει
εμείς
αξιώνουμε
εσείς
αξιώνετε
αυτοί
αξιώνουν
Аорист
εγώ
αξίωσα
εσύ
αξίωσες
αυτός
αξίωσε
εμείς
αξιώσαμε
εσείς
αξιώσατε
αυτοί
αξίωσαν
Будущее
εγώ
θα αξιώσω
εσύ
θα αξιώσεις
αυτός
θα αξιώσει
εμείς
θα αξιώσουμε
εσείς
θα αξιώσετε
αυτοί
θα αξιώσουν
Примеры
Αξιώνω σεβασμό και δικαιοσύνη.
Я требую уважения и справедливости. · I demand respect and justice.
Το έργο του αξιώνει αναγνώριση.
Его работа заслуживает признания. · His work deserves recognition.
Αξίωσε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Он требовал, чтобы ему дали второй шанс. · He demanded to be given a second chance.
Θα αξιώσουν απολογίες για την κακομεταχείριση.
Они будут требовать извинений за плохое обращение. · They will demand apologies for the mistreatment.