αξιόπιστος
[akˈsjoˌpistος]прилагательноеB1
Значения
1
надежный, достоверный
reliable, trustworthy · ένας αξιόπιστος φίλος — надежный друг
2
проверенный, верный (об информации)
reliable, credible (of information) · αξιόπιστη πηγή — проверенный источник
Грамматика
мужской род
им.
αξιόπιστος
вин.
αξιόπιστο
род.
αξιόπιστου
зват.
αξιόπιστε
женский род
им.
αξιόπιστη
вин.
αξιόπιστη
род.
αξιόπιστης
зват.
αξιόπιστη
средний род
им.
αξιόπιστο
вин.
αξιόπιστο
род.
αξιόπιστου
зват.
αξιόπιστο
Примеры
Είναι ένας πολύ αξιόπιστος συνεργάτης.
Это очень надежный коллега. · He is a very reliable colleague.
Αυτή η αξιόπιστη πηγή δίνει ακριβή στοιχεία.
Этот проверенный источник дает точные данные. · This credible source provides accurate information.
Δεν είναι αξιόπιστος στις υποσχέσεις του.
Он ненадежен в своих обещаниях. · He is unreliable in his promises.
Χρειαζόμαστε αξιόπιστες πληροφορίες για την απόφαση.
Нам нужна достоверная информация для решения. · We need reliable information for the decision.