Греческий словарь
с грамматикой

αξιωματούχος

[aksiɔmaˈtuχɔs]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
должностное лицо, чиновник
official, public officer · αξιωματούχος της κυβέρνησης — государственный чиновник
2
офицер (военный)
military officer · αξιωματούχος του στρατού — армейский офицер

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αξιωματούχος
вин.
τον αξιωματούχο
род.
του αξιωματούχου
зват.
αξιωματούχε
Мн. ч.
им.
οι αξιωματούχοι
вин.
τους αξιωματούχους
род.
των αξιωματούχων
зват.
αξιωματούχοι

Примеры

Ο αξιωματούχος υπέγραψε το διάταγμα χθες.
Чиновник подписал указ вчера. · The official signed the decree yesterday.
Οι αξιωματούχοι συνεδρίασαν για το πρόβλημα.
Должностные лица провели заседание по этому вопросу. · The officials held a meeting about the problem.
Ένας ανώτερος αξιωματούχος ανακοίνωσε τα νέα.
Старший офицер объявил новости. · A senior officer announced the news.