αξιωματικός
[ˌaksiomatiˈkos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
офицер (военный)
officer (military rank) · ένας αξιωματικός του στρατού — военный офицер
2
чиновник, должностное лицо
official, functionary · αξιωματικός της κυβέρνησης — государственный чиновник
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αξιωματικός
вин.
τον αξιωματικό
род.
του αξιωματικού
зват.
αξιωματικέ
Мн. ч.
им.
οι αξιωματικοί
вин.
τους αξιωματικούς
род.
των αξιωματικών
зват.
αξιωματικοί
Примеры
Ο αξιωματικός διέταξε τους στρατιώτες να προχωρήσουν.
Офицер приказал солдатам продвигаться вперёд. · The officer ordered the soldiers to advance.
Οι αξιωματικοί της αστυνομίας έρευναν το περιστατικό.
Полицейские чиновники расследовали инцидент. · The police officials investigated the incident.
Ένας ανώτερος αξιωματικός ήρθε στο γραφείο μας.
К нам в офис пришёл старший офицер. · A senior officer came to our office.