αξιοσημείωτος
[aksiosiˈmiōtos]прилагательноеB2
Значения
1
заслуживающий внимания, примечательный
worthy of note, remarkable, noteworthy · ένα αξιοσημείωτο γεγονός — примечательное событие
2
значительный, существенный
significant, considerable · αξιοσημείωτη πρόοδος — значительный прогресс
Грамматика
мужской род
им.
αξιοσημείωτος
вин.
αξιοσημείωτο
род.
αξιοσημείωτου
зват.
αξιοσημείωτε
женский род
им.
αξιοσημείωτη
вин.
αξιοσημείωτη
род.
αξιοσημείωτης
зват.
αξιοσημείωτη
средний род
им.
αξιοσημείωτο
вин.
αξιοσημείωτο
род.
αξιοσημείωτου
зват.
αξιοσημείωτο
Примеры
Αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιτυχίας.
Это примечательный пример успеха. · This is a remarkable example of success.
Η αξιοσημείωτη αύξηση των πωλήσεων έκπληξε όλους.
Значительный рост продаж всех удивил. · The considerable increase in sales surprised everyone.
Έκανε αξιοσημείωτη προσπάθεια για να λύσει το πρόβλημα.
Он приложил существенные усилия для решения проблемы. · He made a noteworthy effort to solve the problem.
Οι αξιοσημείωτες ανακαλύψεις άλλαξαν την επιστήμη.
Замечательные открытия изменили науку. · The remarkable discoveries changed science.