Греческий словарь
с грамматикой

αξιοπρέπεια

[aksioˈprepia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
достоинство, благородство, честь
dignity, decorum, self-respect · να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του — сохранить своё достоинство
2
приличие, приличная внешность
proper appearance, respectability · ζει με αξιοπρέπεια — живёт достойно

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αξιοπρέπεια
вин.
την αξιοπρέπεια
род.
της αξιοπρέπειας
зват.
αξιοπρέπεια
Мн. ч.
им.
οι αξιοπρέπειες
вин.
τις αξιοπρέπειες
род.
των αξιοπρεπειών
зват.
αξιοπρέπειες

Примеры

Έχασε την αξιοπρέπειά του μετά το σκάνδαλο.
Он потерял своё достоинство после этого скандала. · He lost his dignity after the scandal.
Προτιμώ να ζήσω με αξιοπρέπεια παρά με πλούτη.
Я предпочитаю жить достойно, чем в богатстве. · I prefer to live with dignity rather than in wealth.
Απαιτούμε σεβασμό της αξιοπρέπειας όλων.
Мы требуем уважения к достоинству каждого. · We demand respect for everyone's dignity.
Η αξιοπρέπεια είναι πιο σημαντική από τα χρήματα.
Достоинство важнее денег. · Dignity is more important than money.