Греческий словарь
с грамматикой

αξιοποιώ

[aksjoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
использовать, применить, воспользоваться (чем-л. полезным)
to make use of, to utilize, to put to good use · αξιοποίησε τις δεξιότητές του — он воспользовался своими навыками
2
развить, реализовать (потенциал, возможность)
to exploit, to tap into (potential, opportunity) · αξιοποιώ τις ευκαιρίες — я реализую возможности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αξιοποιώ
εσύ
αξιοποιείς
αυτός
αξιοποιεί
εμείς
αξιοποιούμε
εσείς
αξιοποιείτε
αυτοί
αξιοποιούν
Аорист
εγώ
αξιοποίησα
εσύ
αξιοποίησες
αυτός
αξιοποίησε
εμείς
αξιοποιήσαμε
εσείς
αξιοποιήσατε
αυτοί
αξιοποίησαν
Будущее
εγώ
θα αξιοποιήσω
εσύ
θα αξιοποιήσεις
αυτός
θα αξιοποιήσει
εμείς
θα αξιοποιήσουμε
εσείς
θα αξιοποιήσετε
αυτοί
θα αξιοποιήσουν

Примеры

Θα αξιοποιήσω την ευκαιρία για να σπουδάσω.
Я воспользуюсь этой возможностью, чтобы учиться. · I will take advantage of this opportunity to study.
Αξιοποίησε τις δεξιότητές του στο νέο έργο.
Он применил свои навыки в новом проекте. · He put his skills to use in the new project.
Η χώρα αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους.
Страна использует свои природные ресурсы. · The country is utilizing its natural resources.
Είναι σημαντικό να αξιοποιούμε το χρόνο μας.
Важно использовать наше время продуктивно. · It's important to make the best use of our time.