αξιοπιστία
[ˌaksi.o.piˈsti.a]существительноеη · женский родB1
Значения
1
надёжность, достоверность
reliability, trustworthiness · άνθρωπος με αξιοπιστία — человек с надёжностью
2
авторитетность, верность (источника информации)
credibility, authority (of a source) · αξιοπιστία της πηγής — надёжность источника
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αξιοπιστία
вин.
την αξιοπιστία
род.
της αξιοπιστίας
зват.
αξιοπιστία
Мн. ч.
им.
οι αξιοπιστίες
вин.
τις αξιοπιστίες
род.
των αξιοπιστιών
зват.
αξιοπιστίες
Примеры
Η αξιοπιστία του είναι αδιαμφισβήτητη.
Его надёжность не подлежит сомнению. · His reliability is beyond question.
Χάνουμε την αξιοπιστία μας αν δεν κρατάμε τις υποσχέσεις.
Мы теряем доверие, если не сдерживаем обещания. · We lose our credibility if we don't keep our promises.
Αμφιβάλλω για την αξιοπιστία αυτών των πληροφοριών.
Я сомневаюсь в достоверности этой информации. · I doubt the credibility of this information.
Η αξιοπιστία της εφημερίδας είναι γνωστή.
Авторитет газеты всем известен. · The newspaper's reputation is well known.