Греческий словарь
с грамматикой

αξιολόγηση

[aksiɔˈlɔʝisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
оценка, оценивание
assessment, evaluation · αξιολόγηση της επίδοσης — оценка успеваемости
2
определение стоимости, экспертиза
valuation, appraisal · αξιολόγηση ακινήτου — оценка недвижимости

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αξιολόγηση
вин.
την αξιολόγηση
род.
της αξιολόγησης
зват.
αξιολόγηση
Мн. ч.
им.
οι αξιολογήσεις
вин.
τις αξιολογήσεις
род.
των αξιολογήσεων
зват.
αξιολογήσεις

Примеры

Η αξιολόγηση των μαθητών γίνεται τέσσερις φορές το χρόνο.
Оценка учащихся проводится четыре раза в год. · Student assessment takes place four times a year.
Χρειαζόμαστε αξιολόγηση του έργου πριν την υλοποίηση.
Нам нужна оценка проекта перед его реализацией. · We need an evaluation of the project before implementation.
Ο ειδικός έκανε αξιολόγηση της περιουσίας του.
Специалист провёл оценку его имущества. · The expert carried out an appraisal of his property.
Οι αξιολογήσεις των καθηγητών είναι πολύ αυστηρές.
Оценки преподавателей очень строгие. · The teachers' grades are very strict.