Греческий словарь
с грамматикой

αξιοθαύμαστος

[ˌaksiθˈavmastos]прилагательноеC1

Значения

1
достойный восхищения, удивительный, замечательный
worthy of admiration, remarkable, wonderful · έργο αξιοθαύμαστο — замечательное произведение

Грамматика

мужской род
им.
αξιοθαύμαστος
вин.
αξιοθαύμαστο
род.
αξιοθαύμαστου
зват.
αξιοθαύμαστε
женский род
им.
αξιοθαύμαστη
вин.
αξιοθαύμαστη
род.
αξιοθαύμαστης
зват.
αξιοθαύμαστη
средний род
им.
αξιοθαύμαστο
вин.
αξιοθαύμαστο
род.
αξιοθαύμαστου
зват.
αξιοθαύμαστο

Примеры

Η αρχιτεκτονική του κτηρίου είναι αξιοθαύμαστη.
Архитектура здания поистине замечательна. · The building's architecture is truly remarkable.
Ο καλλιτέχνης έδημιούργησε αξιοθαύμαστα έργα τέχνης.
Художник создал удивительные произведения искусства. · The artist created wonderful works of art.
Αυτή η ανακάλυψη είναι αξιοθαύμαστη από κάθε άποψη.
Это открытие замечательно во всех отношениях. · This discovery is admirable in every respect.