αξιοθέατο
[aksiˈoθeato]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
достопримечательность, памятник, заслуживающий посещения
sight, attraction, landmark worth seeing · τα αξιοθέατα της Αθήνας — достопримечательности Афин
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αξιοθέατο
вин.
το αξιοθέατο
род.
του αξιοθέατου
зват.
αξιοθέατο
Мн. ч.
им.
τα αξιοθέατα
вин.
τα αξιοθέατα
род.
των αξιοθέατων
зват.
αξιοθέατα
Примеры
Το Παρθενώνας είναι το πιο διάσημο αξιοθέατο της Ελλάδας.
Парфенон — самая знаменитая достопримечательность Греции. · The Parthenon is the most famous landmark in Greece.
Τα αξιοθέατα του νησιού έλκουν χιλιάδες τουριστών κάθε χρόνο.
Достопримечательности острова привлекают тысячи туристов ежегодно. · The island's attractions draw thousands of tourists every year.
Θέλουμε να επισκεφθούμε όλα τα αξιοθέατα του κέντρου.
Мы хотим посетить все памятники в центре города. · We want to visit all the sights in the city centre.