Греческий словарь
с грамматикой

αξιαγάπητος

[aksiɑɣˈɑpito]прилагательноеB2

Значения

1
достойный любви, любимый, милый
worthy of love, beloved, dear · ένα αξιαγάπητο παιδί — любимое дитя

Грамматика

мужской род
им.
αξιαγάπητος
вин.
αξιαγάπητο
род.
αξιαγάπητου
зват.
αξιαγάπητε
женский род
им.
αξιαγάπητη
вин.
αξιαγάπητη
род.
αξιαγάπητης
зват.
αξιαγάπητη
средний род
им.
αξιαγάπητο
вин.
αξιαγάπητο
род.
αξιαγάπητου
зват.
αξιαγάπητο

Примеры

Το παιδί του ήταν αξιαγάπητο για όλους.
Его ребёнок был любим всеми. · His child was beloved by everyone.
Η γιαγιά τρυφούσε τον αξιαγάπητο εγγονό της.
Бабушка баловала своего любимого внука. · The grandmother doted on her dear grandson.
Αυτές οι αξιαγάπητες στιγμές μεν ξεχνιούνται.
Эти драгоценные моменты никогда не забываются. · These precious moments are never forgotten.