Греческий словарь
с грамматикой

αξίζω

[aˈksizo]глаголA2

Значения

1
быть достойным, заслуживать
to be worth, to deserve · αξίζει την προσπάθεια — стоит усилий
2
иметь стоимость, стоить
to be worth (a price), to cost · πόσο αξίζει; — сколько это стоит?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αξίζω
εσύ
αξίζεις
αυτός
αξίζει
εμείς
αξίζουμε
εσείς
αξίζετε
αυτοί
αξίζουν
Аорист
εγώ
άξιωσα
εσύ
άξιωσες
αυτός
άξιωσε
εμείς
αξιώσαμε
εσείς
αξιώσατε
αυτοί
άξιωσαν
Будущее
εγώ
θα αξιώσω
εσύ
θα αξιώσεις
αυτός
θα αξιώσει
εμείς
θα αξιώσουμε
εσείς
θα αξιώσετε
αυτοί
θα αξιώσουν

Примеры

Το παιχνίδι αξίζει πολύ χρήματα.
Игра стоит много денег. · The game costs a lot of money.
Δεν αξίζει να χάσεις χρόνο με αυτά.
Не стоит тратить на это время. · It's not worth wasting time on that.
Αξίωσε μια δεύτερη ευκαιρία και την πήρε.
Она потребовала второго шанса и получила его. · She demanded a second chance and got it.
Αυτή η ταινία αξίζει πραγματικά να την δεις.
Этот фильм действительно стоит того, чтобы его посмотреть. · This film is really worth watching.