αξέχαστος
[akˈsexastos]прилагательноеB1
Значения
1
незабываемый, неизгладимый
unforgettable, indelible · μια αξέχαστη στιγμή — незабываемый момент
Грамматика
мужской род
им.
αξέχαστος
вин.
αξέχαστο
род.
αξέχαστου
зват.
αξέχαστε
женский род
им.
αξέχαστη
вин.
αξέχαστη
род.
αξέχαστης
зват.
αξέχαστη
средний род
им.
αξέχαστο
вин.
αξέχαστο
род.
αξέχαστου
зват.
αξέχαστο
Примеры
Αυτή η ταινία ήταν αξέχαστη για όλους.
Этот фильм был незабываемым для всех. · That film was unforgettable for everyone.
Έχω αξέχαστες αναμνήσεις από το παιδικό μου χρόνο.
У меня есть неизгладимые воспоминания из детства. · I have indelible memories from my childhood.
Η εμπειρία ήταν αξέχαστη και συγκινητική.
Опыт был незабываемым и трогательным. · The experience was unforgettable and moving.