Греческий словарь
с грамматикой

ανυπόφορος

[aniˈpɔforos]прилагательноеB2

Значения

1
невыносимый, нестерпимый
unbearable, intolerable · ανυπόφορη κατάσταση — нестерпимое положение
2
невыносливый, слабый (о здоровье)
unable to bear or endure; weak in constitution · ανυπόφορος στον πόνο — не выносящий боль

Грамматика

мужской род
им.
ανυπόφορος
вин.
ανυπόφορο
род.
ανυπόφορου
зват.
ανυπόφορε
женский род
им.
ανυπόφορη
вин.
ανυπόφορη
род.
ανυπόφορης
зват.
ανυπόφορη
средний род
им.
ανυπόφορο
вин.
ανυπόφορο
род.
ανυπόφορου
зват.
ανυπόφορο

Примеры

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
Жара была невыносимой, и я не мог спать. · The heat was unbearable and I couldn't sleep.
Αυτή η ανυπόφορη κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Это нестерпимое положение не может продолжаться дальше. · This intolerable situation cannot go on.
Ο ανυπόφορος πόνος τον ανάγκασε να πάει στο νοσοκομείο.
Невыносимая боль заставила его пойти в больницу. · The unbearable pain forced him to go to the hospital.
Για τούς ανυπόφορους στον κρύο, ο χειμώνας είναι δύσκολος.
Для не выносящих холод зима — трудное время. · For those unable to tolerate cold, winter is difficult.