Греческий словарь
с грамматикой

ανυπομονώ

[anipomɔˈno]глаголB1

Значения

1
быть нетерпеливым, проявлять нетерпение
to be impatient, to show impatience · ανυπομονώ για τις διακοπές — нетерпеливо жду отпуска
2
не выносить, не терпеть
to be unable to bear, to be intolerant of · ανυπομονώ τις καθυστερήσεις — я не терплю задержек

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανυπομονώ
εσύ
ανυπομονείς
αυτός
ανυπομονεί
εμείς
ανυπομονούμε
εσείς
ανυπομονείτε
αυτοί
ανυπομονούν
Аорист
εγώ
ανυπομόνησα
εσύ
ανυπομόνησες
αυτός
ανυπομόνησε
εμείς
ανυπομονήσαμε
εσείς
ανυπομονήσατε
αυτοί
ανυπομόνησαν
Будущее
εγώ
θα ανυπομονώ
εσύ
θα ανυπομονείς
αυτός
θα ανυπομονεί
εμείς
θα ανυπομονούμε
εσείς
θα ανυπομονείτε
αυτοί
θα ανυπομονούν

Примеры

Ανυπομονώ να δω το νέο φιλm.
Я не терпится смотреть новый фильм. · I can't wait to see the new film.
Οι μαθητές ανυπομονούσαν για το τέλος του μαθήματος.
Ученики не терпелось дождаться конца урока. · The students were impatient for the lesson to end.
Ανυπομόνησα και του φώναξα.
Я потерял терпение и ему крикнул. · I lost patience and shouted at him.
Θα ανυπομονώ αν δεν έρθεις εγκαίρως.
Я буду нетерпелив, если ты не придёшь вовремя. · I will grow impatient if you don't arrive on time.