ανυπομονησία
[anipomoniˈsia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
нетерпение, нетерпеливость
impatience · δεν μπορώ να περιμένω — не могу ждать
2
раздражительность, вспыльчивость
irritability, short temper · θυμώνει εύκολα — легко сердится
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανυπομονησία
вин.
την ανυπομονησία
род.
της ανυπομονησίας
зват.
ανυπομονησία
Мн. ч.
им.
οι ανυπομονησίες
вин.
τις ανυπομονησίες
род.
των ανυπομονησιών
зват.
ανυπομονησίες
Примеры
Η ανυπομονησία του ήταν εκνευριστική για όλους.
Его нетерпение раздражало всех. · His impatience annoyed everyone.
Με ανυπομονησία περίμενε τα αποτελέσματα.
Он нетерпеливо ждал результатов. · He waited impatiently for the results.
Δεν ανέχομαι την ανυπομονησία του.
Я не терплю его раздражительности. · I cannot stand his irritability.