Греческий словарь
с грамматикой

αντλώ

[ɑˈdlo]глаголB1

Значения

1
черпать, брать воду (из колодца, скважины и т.п.)
to pump or draw water (from a well, borehole, etc.) · αντλώ νερό από το πηγάδι — черпаю воду из колодца
2
откачивать воду, осушать
to pump out water, to drain · αντλώ το νερό από την πισίνα — откачиваю воду из бассейна
3
извлекать, черпать (переносное: идеи, вдохновение)
to draw or extract (figurative: ideas, inspiration) · αντλώ έμπνευση από την τέχνη — черпаю вдохновение из искусства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντλώ
εσύ
αντλάς
αυτός
αντλά
εμείς
αντλούμε
εσείς
αντλάτε
αυτοί
αντλούν
Аорист
εγώ
άντλησα
εσύ
άντλησες
αυτός
άντλησε
εμείς
αντλήσαμε
εσείς
αντλήσατε
αυτοί
άντλησαν
Будущее
εγώ
θα αντλήσω
εσύ
θα αντλήσεις
αυτός
θα αντλήσει
εμείς
θα αντλήσουμε
εσείς
θα αντλήσετε
αυτοί
θα αντλήσουν

Примеры

Αντλούν νερό από το βαθύ πηγάδι κάθε πρωί.
Каждое утро они черпают воду из глубокого колодца. · They draw water from the deep well every morning.
Πρέπει να αντλήσουμε το νερό από την κατάκλυστη αποθήκη.
Нам нужно откачать воду из затопленного подвала. · We need to pump the water out of the flooded basement.
Αντλεί ιδέες από διάφορες πηγές για το έργο του.
Он черпает идеи из разных источников для своей работы. · He draws ideas from various sources for his work.
Έχουν αντλήσει ήδη τα περισσότερα του νερού.
Они уже откачали большую часть воды. · They have already pumped out most of the water.