αντιτορπιλικός
[ˌanditɔrpiˈlikɔs]прилагательноеC1
Значения
1
противоторпедный (предназначенный для защиты от торпед)
anti-torpedo (designed to defend against torpedoes) · αντιτορπιλικό σύστημα — противоторпедная система
Грамматика
мужской род
им.
αντιτορπιλικός
вин.
αντιτορπιλικό
род.
αντιτορπιλικού
зват.
αντιτορπιλικέ
женский род
им.
αντιτορπιλική
вин.
αντιτορπιλική
род.
αντιτορπιλικής
зват.
αντιτορπιλική
средний род
им.
αντιτορπιλικό
вин.
αντιτορπιλικό
род.
αντιτορπιλικού
зват.
αντιτορπιλικό
Примеры
Το πλοίο διαθέτει αντιτορπιλικό σύστημα προστασίας.
Корабль имеет противоторпедную систему защиты. · The ship is equipped with an anti-torpedo protection system.
Οι αντιτορπιλικές άμυνες ενισχύθησαν κατά τον πόλεμο.
Противоторпедные оборона были усилены во время войны. · Anti-torpedo defences were strengthened during the war.
Η αντιτορπιλική τεχνολογία εξελίχθηκε σημαντικά.
Противоторпедная технология развивалась значительно. · Anti-torpedo technology has advanced considerably.