Греческий словарь
с грамматикой

αντιτάσσω

[andi̯tˈaso]глаголB2

Значения

1
противостоять, оказывать сопротивление
to oppose, to resist, to stand against · αντιτάσσω στον εχθρό — противостою врагу
2
выдвигать возражение, возражать
to raise an objection, to object · αντιτάσσω επιχείρημα — выдвигаю возражение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιτάσσω
εσύ
αντιτάσσεις
αυτός
αντιτάσσει
εμείς
αντιτάσσουμε
εσείς
αντιτάσσετε
αυτοί
αντιτάσσουν
Аорист
εγώ
αντιτάχθηκα
εσύ
αντιτάχθηκες
αυτός
αντιτάχθηκε
εμείς
αντιταχθήκαμε
εσείς
αντιταχθήκατε
αυτοί
αντιτάχθηκαν
Будущее
εγώ
θα αντιταχθώ
εσύ
θα αντιταχθείς
αυτός
θα αντιταχθεί
εμείς
θα αντιταχθούμε
εσείς
θα αντιταχθείτε
αυτοί
θα αντιταχθούν

Примеры

Πολλές χώρες αντιτάσσονται στην απόφαση της ΕΕ.
Много стран выступают против решения ЕС. · Many countries oppose the EU's decision.
Ο δικηγόρος αντιτάχθηκε με ισχυρά επιχειρήματα.
Адвокат возразил с убедительными аргументами. · The lawyer objected with strong arguments.
Δεν θα αντιταχθώ στο σχέδιό σας.
Я не буду противиться вашему плану. · I will not resist your plan.
Αντιτάσσουν έντονα κατά της νέας πολιτικής.
Они активно сопротивляются новой политике. · They strongly resist the new policy.