Греческий словарь
с грамматикой

αντιστράτηγος

[aɲdiˈstratɪɣos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
антистратег, военачальник противника или второй по рангу генерал
opposing general, rival commander, or general ranking below the commander-in-chief · στρατηγός του εχθροῦ — полководец врага

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αντιστράτηγος
вин.
τον αντιστράτηγο
род.
του αντιστράτηγου
зват.
αντιστράτηγε
Мн. ч.
им.
οι αντιστράτηγοι
вин.
τους αντιστρατήγους
род.
των αντιστρατήγων
зват.
αντιστράτηγοι

Примеры

Ο αντιστράτηγος του εχθρού σχεδίασε την επίθεση με δεξιότητα.
Вражеский антистратег умело спланировал наступление. · The enemy general skillfully planned the attack.
Ο αντιστράτηγος δέχτηκε διαταγές από τον ανώτερό του.
Второй генерал получил приказы от своего начальника. · The second-ranking general received orders from his superior.
Οι αντιστράτηγοι συμφώνησαν στη στρατηγική για την μάχη.
Полководцы согласились относительно стратегии битвы. · The generals agreed on the battle strategy.