Греческий словарь
с грамматикой

αντιστοιχώ

[andi̯esto̞ˈxo]глаголB1

Значения

1
соответствовать, отвечать (требованиям, параметрам)
to correspond to, to match, to comply with · αντιστοιχεί στις προδιαγραφές — соответствует спецификации
2
эквивалентен, равен по значению
to be equivalent to, to equal · τι αντιστοιχεί σε αυτό; — что этому соответствует?
3
приходиться (на что-либо), доля
to fall to, to be the share of · του αντιστοιχούν δύο μέρη — ему приходится две доли

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιστοιχώ
εσύ
αντιστοιχείς
αυτός
αντιστοιχεί
εμείς
αντιστοιχούμε
εσείς
αντιστοιχείτε
αυτοί
αντιστοιχούν
Аорист
εγώ
αντιστοίχησα
εσύ
αντιστοίχησες
αυτός
αντιστοίχησε
εμείς
αντιστοιχήσαμε
εσείς
αντιστοιχήσατε
αυτοί
αντιστοίχησαν
Будущее
εγώ
θα αντιστοιχώ
εσύ
θα αντιστοιχείς
αυτός
θα αντιστοιχεί
εμείς
θα αντιστοιχούμε
εσείς
θα αντιστοιχείτε
αυτοί
θα αντιστοιχούν

Примеры

Οι αριθμοί αντιστοιχούν στα δεδομένα.
Цифры соответствуют данным. · The numbers match the data.
Αυτό το ποσό αντιστοιχεί σε πέντε ευρώ.
Эта сумма эквивалентна пяти евро. · This amount equals five euros.
Της αντιστοιχεί το ήμισυ της περιουσίας.
Ей приходится половина имущества. · Half of the property falls to her.
Αντιστοίχησαν τα στοιχεία με τα αρχεία.
Они сопоставили элементы с документами. · They matched the elements with the files.