Греческий словарь
с грамматикой

αντιστοιχία

[andi̱stoiˈxia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
соответствие, соответствование
correspondence, mutual relation · αντιστοιχία μεταξύ δύο πραγμάτων — соответствие между двумя вещами
2
взаимное соответствие, симметрия
reciprocal relation, symmetry · αντιστοιχία στη δομή — соответствие в структуре

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αντιστοιχία
вин.
την αντιστοιχία
род.
της αντιστοιχίας
зват.
αντιστοιχία
Мн. ч.
им.
οι αντιστοιχίες
вин.
τις αντιστοιχίες
род.
των αντιστοιχιών
зват.
αντιστοιχίες

Примеры

Υπάρχει πλήρη αντιστοιχία μεταξύ των δύο κειμένων.
Между двумя текстами существует полное соответствие. · There is complete correspondence between the two texts.
Η αντιστοιχία των στοιχείων έγινε σαφής.
Соответствие элементов стало ясным. · The correspondence of the elements became clear.
Οι αντιστοιχίες στην αρχιτεκτονική είναι εντυπωσιακές.
Соответствия в архитектуре поражают воображение. · The correspondences in the architecture are striking.