Греческий словарь
с грамматикой

αντιστέκομαι

[aˈdistɛkome]глаголB2

Значения

1
сопротивляться, оказывать сопротивление
to resist, to stand against, to oppose · αντιστέκομαι στην τυραννία — сопротивляться тирании
2
противостоять, держать оборону
to withstand, to hold one's ground · αντιστέκομαι στον εχθρό — противостоять врагу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αντιστέκομαι
εσύ
αντιστέκεσαι
αυτός
αντιστέκεται
εμείς
αντιστεκόμαστε
εσείς
αντιστέκεστε
αυτοί
αντιστέκονται
Аорист
εγώ
αντέστησα
εσύ
αντέστησες
αυτός
αντέστησε
εμείς
αντεστήσαμε
εσείς
αντεστήσατε
αυτοί
αντέστησαν
Будущее
εγώ
θα αντιστεκώ
εσύ
θα αντιστεκείς
αυτός
θα αντιστεκεί
εμείς
θα αντιστεκούμε
εσείς
θα αντιστεκείτε
αυτοί
θα αντιστεκούν

Примеры

Αντιστέκονται στις αδικίες της κυβέρνησης.
Они сопротивляются несправедливости правительства. · They resist the government's injustices.
Οι αρχαίοι Έλληνες αντέστησαν στους Πέρσες.
Древние греки противостояли персам. · The ancient Greeks stood against the Persians.
Πρέπει να αντιστεκούμε στη φτώχεια.
Мы должны бороться с бедностью. · We must fight against poverty.
Θα αντιστεκεί όσο μπορεί.
Он будет сопротивляться, сколько сможет. · He will resist as much as he can.